Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

3.4.23

Αυτοαντίληψη και Αυτοεκτίμηση, η επιρροή στην προσωπικότητα και την σχολική επίδοση

 


Αυτοαντίληψη και Αυτοεκτίμηση, τι είναι;

    Η έννοια του εαυτού καθορίζεται κυρίως από δύο βασικούς άξονες, την αυτοαντίληψη και την αυτοεκτίμηση. Οι έννοιες αυτές συνδέονται με τα συναισθήματα, τις αξίες, την συμπεριφορά και τους στόχους του ατόμου.

    Η αυτοαντίληψη περιλαμβάνει το σύνολο των πεποιθήσεων, των απόψεων και των στάσεων του ατόμου για τον εαυτό του, μέσα από την αλληλεπίδραση του με τους ανθρώπους και το περιβάλλον του. Η αυτοεκτίμηση είναι η συναισθηματική διάσταση της αυτοαντίληψης. Είναι η αντίληψη που έχει το άτομο για την αξία του εαυτού του, και δείχνει σε ποιο βαθμό τον αποδέχεται ή τον επιδοκιμάζει.

    Η αυτοαντίληψη και η αυτοεκτίμηση αναπτύσσονται και εξελίσσονται καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του ατόμου. Αποτελούν μάλιστα ένα σημαντικό συστατικό της ευημερίας του, γιατί μία θετική αλλά και ρεαλιστική αντίληψη για τον εαυτού του, του επιτρέπει να χειρίζεται με επιτυχία τις καταστάσεις ή τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στη ζωή του.

  

Πως εξελίσσεται η αυτοαντίληψη;

    Με την είσοδο του παιδιού στο σχολείο, το βασικό περιβάλλον του είναι η οικογένεια και το σχολείο. Αν το βασικό αυτό περιβάλλον του παιδιού το ενθαρρύνει και στηρίξει τις προσπάθειές του, τότε το παιδί θα αναπτύξει  εμπιστοσύνη στις ικανότητες του. Αντίθετα, αν το παιδί αντιμετωπίσει επικρίσεις, ειρωνεία και απόρριψη, τότε θα του δημιουργηθεί ένα συναίσθημα κατωτερότητας και ανεπάρκειας.

    Το παιδί στο σχολείο μπαίνει σε καινούριο πολιτισμικό περιβάλλον και αρχίζει να βιώνει μια σειρά από νέες διαπροσωπικές σχέσεις, τελείως διαφορετικές από εκείνες που έχει στο οικογενειακό του περιβάλλον. Είναι σημαντικό για να μπορέσει να προσαρμοστεί καλά στο καινούριο του περιβάλλον, οι πρώτες εικόνες για τον εαυτού του να είναι θετικές. Αργότερα οι εικόνες αυτές θα αποτελέσουν μια ασφαλή βάση για την αλληλεπίδρασή του στο σχολικό περιβάλλον.

    Στο χώρο του σχολείου οι «σημαντικοί άλλοι», από τους οποίους θα πάρει νέα ανατροφοδότηση για την αξιολόγηση του εαυτού του, είναι οι δάσκαλοι και τα υπόλοιπα παιδιά. Οι δάσκαλοι μέσω της εξουσίας που ασκούν και της αξιολόγησης που πραγματοποιούν, επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τη στάση και τη μαθησιακή αποδοτικότητα. Έτσι, οι δάσκαλοι είναι αυτοί που τροφοδοτούν τα παιδιά με θετική ή αρνητική εκτίμηση. ­­Ταυτόχρονα, στη σχολική κοινότητα το παιδί αξιολογείται σε σύγκριση και με τα άλλα παιδιά και αυτή η σύγκριση αποτελεί μια σημαντική πηγή της αυτοαντίληψης.

    Η στροφή των παιδιών προς τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του εαυτού τους, γίνεται την περίοδο της μέσης ηλικίας. Τα παιδιά μπορούν πλέον να αναγνωρίσουν και να διαφοροποιήσουν μεταξύ τους περισσότερα χαρακτηριστικά της αυτοαντίληψης τους. Με την πάροδο του χρόνου τα παιδιά αρχίζουν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση σε διαπροσωπικά χαρακτηριστικά, όπως το να είναι κανείς φιλικός, κοινωνικός, δημοφιλής, ντροπαλός, κ.α. Η σύγχυση μεταξύ του «ιδανικού» και του πραγματικού εαυτού, που χαρακτηρίζει τα μικρότερα παιδιά, αντικαθίσταται στη μέση παιδική ηλικία με την κοινωνική σύγκριση και την αξιολόγηση του εαυτού. Παρουσιάζονται τόσο θετικές όσο και αρνητικές εκτιμήσεις του εαυτού στην προσπάθεια για πιο σωστή αυτοκριτική. Έτσι, τα παιδιά αρχίζουν να διαμορφώνουν μια σφαιρική άποψη για την αξία τους ως άτομα.

 

Πώς εξελίσσεται η αυτοεκτίμηση;

    Η αυτοεκτίμηση είναι η θετική ή αρνητική στάση του ατόμου προς τον εαυτό του. Ένα άτομο με υψηλή αυτοεκτίμηση διαθέτει αυτοσεβασμό και θεωρεί τον εαυτό του αξιόλογο. Μια πιο πρακτική προσέγγιση της αυτοεκτίμησης είναι αν την σκεφτούμε ως το πηλίκο των επιτυχιών  προς τις επιδιώξεις του ατόμου. Δηλαδή, η αυτοεκτίμηση σχετίζεται με τον «ιδανικό εαυτό», και ο βαθμός της αυτοεκτίμησης σχετίζεται με την ασυμφωνία ανάμεσα σε πραγματικό και ιδανικό εαυτό.

Η αυτοεκτίμηση αναπτύσσεται νωρίς στη ζωή του παιδιού και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της. Στη διαμόρφωσή της σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το οικογενειακό περιβάλλον, το σχολείο και η σχολική κοινότητα όπως επίσης και η ευρύτερη ομάδα των συνομηλίκων.

    Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας γνωρίζουν ότι τους ανήκει το σώμα και το μυαλό. Μαθαίνουν την αυτοεκτίμησή τους με εξωτερικούς τρόπους, συγκρίνοντας, για παράδειγμα, τον εαυτό τους με τους άλλους. Το άτομο αναπτύσσει και διαμορφώνει την αυτοεκτίμησή του μεγαλώνοντας, ζώντας, δρώντας και αποκτώντας εμπειρίες λόγω της αλληλεπίδρασης με τους συνανθρώπους του και με το περιβάλλον του.

    Μεταξύ των 5 – 8 ετών η αυτοεκτίμηση γίνεται ολοένα και πιο σαφής, αντιληπτή. Τα παιδιά αρχίζουν να σχηματίζουν κάποια γνώμη σχετικά με την αξία τους και την ικανότητά τους σε πέντε τομείς: την εμφάνισή τους, την κοινωνική αποδοχή τους, την σχολική ικανότητά τους, τις αθλητικές και καλλιτεχνικές τους δεξιότητες

    Στο εφηβικό αναπτυξιακό στάδιο η αυτοεκτίμηση των εφήβων επηρεάζεται από τις σωματικές και ορμονικές αλλαγές, από την εξωτερική εμφάνιση και από τη γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτούς. Κατά τη μετάβαση από την πρωτοβάθμια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και λόγω των αλλαγών κατά τη διδακτική διαδικασία η αυτοεκτίμηση των παιδιών μειώνεται. Η πρώιμη εφηβική ηλικία τείνει να είναι μια περίοδος διαταραχών της αυτοεκτίμησης. Από την ηλικία των 13 ετών μέχρι και τα 23, η αυτοεκτίμηση αρχίζει να σταθεροποιείται.

 

Χαρακτηριστικά μαθητών με υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση

    Γενικά, οι μαθητές με υψηλή αυτοεκτίμηση βλέπουν τον εαυτό τους ρεαλιστικά και τον αποδέχονται. Μπορούν να αναγνωρίσουν τις δυνατότητές τους και τους περιορισμούς τους. Η αξιολόγηση, που οι ίδιοι κάνουν για τις ικανότητές τους, βασίζεται σε μια ακριβή ανατροφοδότηση παρά σε διαστρέβλωση αυτού που θα ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους. Συνήθως, έχουν ένα ευρύ κύκλο φίλων, τους είναι εύκολο να σχετίζονται με άλλους και να τα πάνε καλά με τους περισσότερους μαθητές της τάξης. Επιπλέον, τα παιδιά με υψηλή αυτοεκτίμηση συχνά αποτελούν τους φυσικούς – θετικούς αρχηγούς της τάξης. Προσφέρονται εθελοντικά, είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν τους άλλους, αλλά και να ρισκάρουν. Σε συνεργατικές συνθήκες μάθησης, τα καταφέρνουν καλά σχεδόν σε οποιαδήποτε ομάδα. Ανταποκρίνονται στις προκλήσεις και είναι πρόθυμοι να δοκιμάσουν καινούργια πράγματα. Δεν απειλούνται από αλλαγές ή από νέες καταστάσεις, ανταποκρίνονται θετικά στον έπαινο και την αναγνώριση και αισθάνονται καλά για τα επιτεύγματά τους, αφού νιώθουν υπεύθυνοι για τα αποτελέσματα. Όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τα λάθη τους ή με λανθασμένη συμπεριφορά, αναγνωρίζουν με ρεαλιστικό τρόπο τι έχει συμβεί και ποιο είναι το λάθος τους. Είναι άτομα που θέτουν στόχους για τον εαυτό τους. Γνωρίζουν τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους και τι θα ήθελαν να πετύχουν. Συχνά έχουν ήρωες και πρότυπα για να καθοδηγούν τη ζωή τους. Όταν αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους για την επίλυσή του. Επίσης έχουν ισχυρές απόψεις που δεν φοβούνται να τις εκφράσουν.

    Αντιθέτως παρατηρείται πως παιδιά με χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι πιο κλειστά στον εαυτό τους και προτιμούν να έχουν λίγους φίλους. Γενικότερα, ένα άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση πιθανόν να παρουσιάσει κατά τη διάρκεια της ζωής του στοιχεία κατάθλιψης, μοναξιάς και αγωνίας.

    Όσο για τους μαθητές με χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν. Ενδιαφέρονται περισσότερο να διατηρήσουν τη δικιά τους αίσθηση αυτοσεβασμού παρά να προσπαθήσουν περισσότερο για να πετύχουν. Προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους να καταλάβουν πόσο ανεπαρκείς και ανασφαλείς αισθάνονται, εμπλέκονται σε αμυντικές συμπεριφορές. Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι ένας από τους ακόλουθους: Επανάσταση, αντίδραση, άμυνα ή εκδίκηση. Δεν πιστεύουν, πειράζουν ή υποτιμούν τους άλλους . Λένε ψέματα, εξαπατούν ή αντιγράφουν. Κατηγορούν τους άλλους, όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Αποσύρονται , είναι ντροπαλοί ή συνεχώς ονειροπολούν. Πολλές είναι οι περιπτώσεις όπου εμπλέκονται σε καταστάσεις φυγής, όπως αναβλητικότητα, απουσίες στο σχολείο, ναρκωτικά ή εξάρτηση από το αλκοόλ. Αυτοί είναι οι πιο δύσκολοι μαθητές για να δουλέψεις μαζί τους λόγω του ότι τείνουν να χρονοτριβούν, απαιτούν επιπλέον προσοχή, επινοούν δικαιολογίες και επιρρίπτουν σε άλλους τις ευθύνες τους. Κάνουν ότι θεωρούν απαραίτητο, για να αντισταθμίσουν τα συναισθήματα ανεπάρκειας που νιώθουν. Οι συμβουλές προς αυτούς τους μαθητές δεν βοηθούν. Αυτό οφείλεται στο ότι είναι περισσότερο απασχολημένοι, με το τι οι άλλοι νομίζουν γι’ αυτούς, παρά μ’ αυτό που τελικά τους συμβαίνει. Φοβούνται επίσης την αποτυχία και πολλές φορές θεωρούν ότι είναι καλύτερα να μην προσπαθήσουν, παρά να ρισκάρουν την περίπτωση της αποτυχίας. Παρόλο που μπορεί να ακούσουν θετικά σχόλια, δεν τους δίνουν σημασία και επιμένουν να στέκονται στα αρνητικά, επειδή πιστεύουν ότι τέτοια σχόλια δεν συσχετίζονται με αυτούς.

 

Σχολική Επίδοση

    Ο μαθητής που εισέρχεται στο σχολείο με σχετικά υψηλή αυτοεκτίμηση και συνήθως επιτυγχάνει στις σχολικές απαιτήσεις, ενισχύεται από τον εκπαιδευτικό με αποτέλεσμα ο ίδιος ο μαθητής να συνεχίζει να εργάζεται σκληρά για περισσότερες επιτυχίες. Αντιθέτως, ένας μαθητής ο οποίος έχει αξιολογήσει θετικά τον εαυτό του και σημειώνει χαμηλή σχολική επίδοση, η προσωπική του αξιολόγηση δεν  συνάδει με του εκπαιδευτικού. Με αποτέλεσμα σιγά σιγά ο ίδιος ο μαθητής να συμφιλιώνεται με αυτή την εικόνα για τον εαυτό του και έτσι η αυτοεκτίμηση του να υποβαθμίζεται. Παρόλο λοιπόν που η χαμηλή αυτοεκτίμηση των παιδιών προκαλεί και χαμηλή σχολική επίδοση, έρευνες δείχνουν πως αν καλλιεργηθεί η αυτοεκτίμηση τότε βελτιώνεται και η σχολική επίδοση.

    Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χαμηλή απόδοση σε βασικά σχολικά θέματα, η έλλειψη κινήτρων, η απόρριψη, το αίσθημα της πολιτισμικής μειονότητας και η αποτυχία μπορεί να είναι αποτέλεσμα αρνητικών αντιλήψεων του εαυτού. Πολλοί μαθητές δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις του σχολείου, γιατί έχουν μάθει να θεωρούν ότι δεν μπορούν να αποδώσουν στις σχολικές εργασίες.

    Το σχολείο αποτελεί την βασική ασχολία κάθε ατόμου για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του. Είναι σημαντικό να αναζητήσουμε τους τρόπους με τους οποίους επηρεάζει η υψηλή ή η χαμηλή αυτοεκτίμηση την σχολική επίδοση. Να αναρωτηθούμε αντίστροφα , με ποιους τρόπους αλλά και σε τι βαθμό επηρεάζει η σχολική επίδοση την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και την αξία που τελικά νιώθουμε ότι έχουμε. Προσπαθώντας να δώσουμε απαντήσεις, θα έρθουμε πιο κοντά σε τρόπους για να ενισχύσουμε την αυτοαντίληψη και την αυτοεκτίμηση των μαθητών. Θα μπορέσουμε να διακρίνουμε πιο εύ­­κολα πότε ένας μαθητής αδυνατεί να ανταπεξέλθει λόγω της χαμηλής αυτοεκτίμησής του. Η πηγή της αδυναμίας είναι πάντα η αφετηρία για ενδυνάμωση.

 

Συμπεράσματα και σκέψεις

    Η αυτοεκτίμηση και η αυτοαντίληψη είναι δύο έννοιες πολυδιάστατες. Σαφώς επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την σχολική επίδοση μιας και επηρεάζουν το άτομο σε όλους τους τομείς της ζωής του. Οι ισορροπίες είναι λεπτές και η τελική επίδραση που έχουν εξαρτώνται και από διάφορους κοινωνικούς παράγοντες που αλλάζουν από ηλικία σε ηλικία.

    Είναι ξεκάθαρο πως ένα παιδί με θετική αυτοεκτίμηση χτίζει έναν ισχυρό χαρακτήρα. Μαθαίνει τα όρια του, μπορεί να στηρίζεται στον εαυτό του ώστε να τα  ξεπερνά τις δυσκολίες της ζωής του και αναγνωρίζει τις αδυναμίες του για να τις βελτιώσει. Έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο που έχει μια συνεχή, υγιή ανάπτυξη.

    Αντίθετα, ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολεύεται να αντιληφθεί πως θα ξεπεράσει τις δυσκολίες γύρω του. Αδυνατεί να διαχειριστεί την αποτυχία, κλείνεται στον εαυτό του και δημιουργεί έναν μικρόκοσμο που είναι εικονικά ασφαλής.

    Οι έρευνές δείχνουν πως αυτό είναι κάτι που αλλάζει. Υπάρχουν τρόποι να ενισχυθεί η αυτοεκτίμηση, πράγμα που θα οδηγήσει και στην βελτίωση της σχολικής επίδοσης. Κατά συνέπεια η ανατροφοδότηση αυτή θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση της αυτοεκτίμησης και έτσι θα ξεκινήσει ένας κύκλος αυτοβελτίωσης.

    Προσωπικά θεωρώ απαραίτητη την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών ώστε να αξιολογούν την αυτοεκτίμηση των μαθητών τους. Να αναγνωρίζουν πιθανές αδυναμίες, και να βρίσκουν τρόπους που θα βοηθήσουν τους μαθητές να ξεπεράσουν το φράγμα της χαμηλής αυτοεκτίμησης. Φυσικά παίζει κυρίαρχο ρόλο και η γονεϊκή εμπλοκή, όμως θεωρώ υποχρέωση του εκπαιδευτικού να κάνει το πρώτο βήμα και να βρει τρόπους ώστε να γεφυρώσει την γονεϊκή εμπλοκή με το έργο του.

    Ένα τελευταίο σημείο που αξίζει προσοχής είναι, σε τι βαθμό το εκπαιδευτικό σύστημα επηρεάζει την αυτοεκτίμηση και την αυτοαντίληψη του μαθητή. Τι επιβραβεύει, τι επιδοκιμάζει και τι είδους μαθητές-προσωπικότητες τελικά καλλιεργεί;


Βιβλιογραφία 

Επιμέλεια: Γιάννης Ζαχαρόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου